ΕΑΡΙΝΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΗ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΓΗΨιλόβρεχε όταν αποβιβάστηκα. Είχα χαράξει, από πριν, στο μυαλό και στη ψυχή μου τούτη την επίσκεψη στο τόπο μου, ανοιξιάτικα. Δυστυχώς όμως, δεν είχα σύμμαχο τον καιρό. Καθώς έβγαινα από τον ελαιώνα κι αντίκρυζα τον γαλήνιο κόλπο της Γέρας, ο καλός Θεός έβαλε το χέρι του, η βροχή σταμάτησε κι όλο το πράσινο και τ’ άρωμα της φύσης, κυριολεκτικά με κυρίεψαν. Χίλια χρώματα και μεθυστικά αρώματα ανάμικτα, ελιά, πεύκο, ρύγανη, μέντα, πασχαλιές, παπαρούνες, μαργαρίτες, χαμομίλι και λεμονανθοί, προ πάντων αυτοί, όλα χάρμα οφθαλμών. Να ’χεις μόνο μάτια κι ανασαιμιά να τα χαίρεσαι. Καταπράσινη και μυροβόλος η Λέσβος. Όλοι οι βλαστοί της άνοιξης έλαμπαν, τώρα, στο φως ενός άρχοντα ήλιου. Όλα, θαρρείς, καλωσόριζαν τον νοσταλγό προσκυνητή. Το ανεπανάληπτο «Ω γλυκύ μου έαρ!» μου ήλθε πριν την ώρα του στο νου μου.
Ακολουθώντας τον δημόσιο δρόμο, άφηνα πίσω τον ελαιώνα και διέσχιζα, τώρα, το «τσαμλίκι»,το μεγάλο πευκόδασος.Σε λίγο θα αντίκρυζα τις αλυκές να γυαλίζουν στις όχθες του κόλπου της Καλλονής με τις φημισμένες της σαρδέλες. Βρισκόμουν, σχεδόν, στα μισά της διαδρομής. Η λαχτάρα μου μεγάλωνε. Κόντευα στην Αρίσβη, έξω απ’ την Καλλονή. Αν και πολλά έχουν αλλάξει, τούτο το χωριουδάκι,σε πείσμα της εξέλιξης εξακολουθεί να αντιστέκεται. Ίδιο κι απαράλλαχτο.Κι αμέσως η Καλλονή που σε αντίθεση με την Αρίσβη φαντάζει κάλπικη, «πολιτισμένη». Διασχίζοντας την πόλη, πάνω στη στροφή, συγκινήθηκα βλέποντας το παλιό Γυμνάσιο που μαθήτευσα για δυο χρόνια. Έβαλα τη μνήμη μου σε μπελάδες ψάχνοντας να θυμηθώ παλιούς συμμαθητές, καθηγητές και φίλους. Πόσα πέρασαν απ’ το μυαλό και τα μάτια μου... Είναι παρηγοριά να ενώνεις τη σκέψη σου με τρυφερά και ευαίσθητα χρόνια... περασμένα. Κάποιες αμυδρές ελπίδες φωτίζουν για λίγο την καρδιά μου μήπως και συναντήσω μπροστά μου κάποιον απ’ όλους αυτούς. Προσπέρασα και συνέχισα, είχα ακόμα καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα μπροστά μου, άρχιζαν κιόλας οι στροφές.
Σε λίγο, στα δεξιά μου πάνω στο λόφο η Στύψη κι ακόμα πιο πέρα, απ’ την άλλη πλευρά η Λαφιώνα το χωριό της μάνας μου, χωμένο μέσα στο πράσινο. Αμέσως άλλες ανάμνησες για τη μάνα, τη γιαγιά, τα ξαδέρφια. Αναμνήσεις φορτισμένες με τη συγκίνηση μιας ολάκερης ζωής.
Χρειάστηκε ν’ αλλάξω λίγο διαδρομή για να ανακαλύψω το Πετρί, ένα χωριουδάκι σκαρφαλωμένο πάνω στο βουνό. Μου φάνηκε ρημαγμένο κι έρημο. Περπατούσα στα στενά πέτρινα σοκάκια του κι ήταν σα να παραμέριζαν οι αιώνες και μ’ άφηναν ολομόναχο μέσα στις σελίδες μιας ρημαγμένης ιστορίας. Έψαχνα να βρω τους δυο Στρατήδες που με περίμεναν για ένα ούζο και... νηστίσιμους μεζέδες. Αναμφίβολα το ούζο είναι το ποτό της παρέας, το ποτό του κεφιού και της χαλάρωσης, φτιάχνει τη διάθεση, ξυπνά τις φιλοσοφικές εμπνεύσεις, σου φτιάχνει το πνεύμα και οι συζητήσεις πάνε κι έρχονται. Το μικρό, ένα και μοναδικό, ταβερνάκι «κρεμασμένο» στην άκρη του βράχου. Από κει άφηνες το βλέμμα να περιπλανηθεί σε μια θαυμάσια θέα. Μπροστά σου όλο το απέραντο γαλάζιο Αιγαίο και η... Πέτρα. Στο κέντρο της ο μεγάλος βράχος με την Παναγιά στη κορφή του, μεγάλη η χάρη της. Το ούζο, η παρέα και η συζήτηση έπαιρναν τέλος. Σχεδόν μεσημέρι, ένα ηλιόλουστο μεσημέρι, που σου άνοιγε την καρδιά.
Το θαύμα, ωστόσο, αρχίζει να συντελείται αφότου σε λίγα λεφτά απ’ τη στροφή του Αη-Γαλάτη αντίκρυζα το χωριό μου κι εδώ να πω, ότι διόλου δεν υπερβάλω, πως αυτό το αντίκρυσμα είναι μια μαγεία, ένα θαύμα που σε κερδίζει πέρα για πέρα.
Και είναι καταπληκτικό το πως μπορεί μια καθημερινή εικόνα να μεταμορφώνεται, σε εκπληκτικό τοπείο. Πόσες φορές την έχω ζήσει αυτή τη στιγμή και κάθε φορά μου φαίνεται μαγική. Είναι η αγάπη, ο αγιάτρευτος έρωτας, οι μνήμες, το αιώνιο κάλεσμα. Δεν ξέρω αν πράγματι κάποιος θα πρέπει να ξενιτευτεί για ν’ αγαπήσει, τόσο πολύ, τον τόπο του. Παρά το τουριστικό σάρωμα, ο Μόλυβος έχει ένα τρόπο ξεχωριστό να σε καλωσορίζει. Εδώ,
είναι να έρθεις για να απαγκιάσεις, να ρίξεις
κάβο στις σκοτούρες, να προσαράξεις στην
ηρεμία. Κι ο ανοιξιάτικος Μόλυβος τα
προσφέρει, όλα αυτά, απλόχερα. Δεν παύω,
πάντα να κοντοστέκομαι για να θαυμάσω μια
λεπτομέρεια, που μου είχε διαφύγει, στα
λιθόκτιστα καλντερίμια, στις πόρτες, στους
τοίχους, στα μπαλκόνια.
Ιχννηλάτης του χώρου, του χρόνου, της μνήμης,της ζωής στο διάβα της. Στους καθημερινούς, νωρίς το πρωί, περιπάτους μου στις στράτες των αναζητήσεων, οδοιπόρος σε μοναχικά μονοπάτια έψαχνα, άπληστος, να χορτάσω από φύση. Απολάμβανα το κάθε τι, τα λουλούδια, τα δέντρα, τα πουλιά! Και τι θαύμα, ένα πρωί, έμεινα άφωνος όταν άκουσα σε μια ρεματιά το κελάρυσμα του νερού που σμιλεύει το ποτάμι στο διάβα του και δυο αγριόκυκνους που ξεδειψούσαν. Έμεινα ασάλευτος, μην τυχόν και τα τρομάξω, έβγαλα με προσοχή τη φωτογραφική μου μηχανή να τ’ αποθανατίσω... αλλά πέταξαν. Τελικά φωτογράφησα... μια μοναχική ολοκόκκινη παπαρούνα.
Κι εδώ να πω, πως ανακάλυψα τη ρομαντική πλευρά του εαυτού μου όταν άκουσα το γλυκό τραγούδι των πουλιών που κρύβονταν στα κλαδιά κι ήταν σα να κατέβηκαν αγγέλοι απ’ τον ουρανό. Να ’ταν αηδόνια, να ’ταν η λύρα του Ορφέα, όπως λέει η παράδοση; Τελικά ήταν όνειρο ή πραγματικότητα; Μέσα σ’ αυτή τη σιγαλιά, αφήνομαι στα συναισθήματά μου, γίνομαι πιο ευαίσθητος. Έμεινα αιχμάλωτος μιας ανεξήγητης σιωπής. Aυτή είναι η ομορφιά της φύσης. Γλυκαίνει την ψυχή κι εκστασιάζει τα μάτια. Αναδίδει λεπτά αρώματα κι αισιόδοξα αισθήματα. Η φύση μόνη της, μας αφήνει να επιλέξουμε αν θα σώσουμε ή θα κόψουμε τα νήματα του παρελθόντος. Σκοπός μου, όμως, δεν ήταν μόνο να δω, να ζήσω, να γευτώ και να ανιστορίσω όλα τούτα αλλα και να περάσω μια ξεχωριστή Μεγάλη Εβδομάδα, να ξαναζήσω άγιες στιγμές που, τόσα χρόνια, μου έλλειψαν. Ν’ αγαλλιάσει και η ψυχή μου. Έπρεπε να ετοιμαστώ για να ζήσω όσο πιο όμορφα αυτές τις στιγμές.
Βράδυ της μεγάλης Πέμπτης. Πήγα στην εκκλησιά της ενορίας μου, μετά από πολλά χρόνια, αναζητώντας λίγο φως...
Η εκκλησία κατάμεστη κόσμο, ο παπάς στη ωραία Πύλη διαβάζει το κατά Ματθαίου Ευαγγέλιο. Σε λίγο όλα τα φώτα σβήνουν κι απ’ το βάθος του Ιερού, κάτω απ’ το φως των κεριών, ακούγεται η πένθιμη, σχεδόν θρηνώδης φωνή του ιερέα:
«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας».
Το επαναλαμβάνει ένας καλλίφωνος ψάλτης, διαδοχικά.
«Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των αγγέλων Βασιλεύς...».
Ένα πυκνό νέφος από λιβάνι με τυλίγει, σκύβω το κεφάλι και προσεύχομαι,
ο ιερέας περνάει από μπροστά μου, με πλησιάζει κι αμέσως
προσηλώνω το βλέμμα στο ακάνθινο στεφάνι του Ναζωραίου.
Τοποθετούν το σταυρό στο μέσον της εκκλησιάς. Εκεί θα μείνει ο Εσταυρωμένος μέχρι την αποκαθήλωσή του το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής για να τον αποθέσουν στον στολισμένο, από τα κορίτσια, με πανέμορφα λουλούδια επιτάφιο. Συνήθειες και έθιμα που άφησαν πίσω οι μάνες τους και τα «στηρίζουν» τώρα εκείνες. Τα ίδια κορίτσια, μαυροφορεμένα, το βράδυ ψάλλουν τα Εγκώμια: «Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ...». Στα μανουάλια και στα χέρια των πιστών κεριά, μικρά, ταπεινά να σιγοκαίνε... «¶ξιον εστί μεγαλύνειν σε τον Ζωοδότην...». Η μεθυστική μυρωδιά του λιβανιού κυριεύει τις αισθήσεις. «Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη Ταφή σου προσφέρουσι Χριστέ μου». Η συνείδηση απόθεσε το κουράγιο της, ένας κόμπος τώρα ανεβαίνει και σταματάει στο λαιμό. «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατον μου Τέκνον, που έδυ σου το κάλλος;». Οι γλυκιές τούτες μελωδίες δίνουν μια άλλη διάσταση. Κάνουν την καρδιά να σκιρτά.
«Ω φως των οφθαλμών μου...». Αποπνέουν δέος, κατάνυξη, η ψυχή ξαποσταίνει κι εσύ μένεις να ψάχνεις τον μελωδό. Κατόπι η περιφορά στα σοκάκια ένα γλυκό και δροσερό αεράκι χτυπάει τα πρόσωπα, όλοι προσπαθούν να μην σβύσουν τα κεριά που λιώνουν στα χέρια. Βήματα σιγανά, είναι σαν περίπατος στ’ άχρονο, θαρρείς, και το διαρκές. Μάταια προσπαθείς ν’ αφουγκραστείς τη σκέψη του διπλανού σου. Η νύχτα αβάσταχτα γλυκιά. Τα παληκάρια τώρα, στην είσοδο της εκκλησίας σηκώνουν τον επιτάφιο για να περάσουμε από κάτω. Καταλαγιάζει η λύπη, προσδοκώντας την αυριανή ημέρα της Ανάστασης. Από τώρα τα παιδιά ετοίμαζαν τα λογής-λογής κροτίδια και βεγγαλικά που με το «Χριστός Ανέστη» θα έκαναν τη νύχτα... μέρα. Τι διαφορά σήμερα στα πρόσωπα των ανθρώπων. Λάμπουν! Κι ήρθε η άγια ώρα, στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, τρεις φορές το έψαλλε ο παπάς το «Χριστός Ανέστη» κι αμέσως τα φιλιά της αγάπης. Η λύτρωση... Στο σπίτι περίμεναν τα κόκκινα αυγά, τα φαγητά της αδερφής μου κι η μαγειρίτσα.
Πάσχα στο χωριό μου, ψιθυρίζω μέσα μου. Πόσο θα ήθελα να στολίσω τούτον τον ψίθυρο της αγάπης με τη χαρά μιας υπόσχεσης, να μπορώ τέτοιες άγιες μέρες να τις περνάω στον τόπο μου. Το Πάσχα και η Λέσβος εξακολουθούν, πάντα, να εμπνέουν και να συγκινούν. Χρόνια και χρόνια, τούτα τα πράγματα, η μνήμη τα περνά μονοκοντυλιά, πολλές φορές διαλέγει και το δικό της αναλόγιο. Και είναι, αλίμονο, τώρα που περάσα τα πενήντα και με τρόμο διαπιστώνω ότι μια μικρή δόση νοσταλγίας δεν βλάπτει, συνειδητοποιώ και νιώθω την ανάγκη να τα συμμεριστώ μαζί σας για να ξαλαφρώσω.
Σ’ αποχαιρετώ γλυκό μου νησί και σ’ ευχαριστώ για τα όνειρα που μου χάρισες.
¶νοιξη 2003
Στράτος Δουκάκης |